.εῖχες

εἶχες , ἔχω
check
imperf ind act 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εἶχες — ἔχω check imperf ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Modern Greek grammar — Main article: Modern Greek The grammar of Standard Modern Greek, as spoken in present day Greece and Cyprus, is basically that of Demotic Greek, but it has also assimilated certain elements of Katharevousa, the archaic, learned variety of Greek… …   Wikipedia

  • ξεροσταλιάζω — 1. στέκομαι κάπου όρθιος και ακίνητος επί πολλή ώρα, ακουσίως ή αναγκαστικά («τί με είχες στημένο και ξεροστάλιαζα, αφού δεν είχες σκοπό να έλθεις;») 2. ποθώ πολύ κάτι 3. υποφέρω από έλλειψη νερού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξερός + σταλιάζω «μένω πολλή ώρα… …   Dictionary of Greek

  • ποτεκιγκλίζευ — Α φρ. «σεσηρὼς εὖ ποτεκιγκλίζευ καὶ τᾶς δρυὸς εἴχεο τήνας» με λοξό χαμόγελο, από τον πόνο, ωραία τόν είχες στήσει και τόν κούναγες σαν σουσουράδα και είχες αγκαλιάσει αυτήν εκεί τη βαλανιδιά (Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Δωρ. παρατ. τού άχρηστου ρ.… …   Dictionary of Greek

  • Markos Vamvakaris — Markos Vamvakaris; painting in the Taverna Katoga O Lili (Ταβέρνα ο Κατώγα Ο Λίλη) in Ano Syros (aka Ano Chora) on the island of Syros, Greece Background information …   Wikipedia

  • Iparhi Logos — Υπάρχει Λόγος Studio album by Elena Paparizou Released April 12, 2006 (see …   Wikipedia

  • Pluperfect — The pluperfect (from Latin plus quam perfectum more than perfect), also called past perfect in English, is a grammatical combination of past tense with the perfect, itself a combination of tense and aspect, that exists in most Indo European… …   Wikipedia

  • DEMOSTHENES — I. DEMOSTHENES civis Atheniensis, Graecorum omnium orator longe eloquentissimus, patre cultellario Demosthene, ex matre Cleobula natus, triennio post Aristotelem, uno Anno ante 100. Olymp. Dionys. Halicarn. Dempoplito Archonte: Septennis autem ab …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ακόμη — και ακόμα επίρρ.(Μ ἀκόμη) Α. (χρονικό) 1. (χωρίς άρνηση) α) έως τώρα «το μωρό κοιμάται ακόμη» β) μόλις, πριν από λίγο «ακόμη προχθές είχες άλλη γνώμη» 2. (με άρνηση) α) όχι έως τώρα «δεν έχω διαβάσει ακόμη» β) πριν, προτού να «ακόμη δεν μεγάλωσες …   Dictionary of Greek

  • αν — (I) ἄν (Α) (επ. αιολ. και θεσσ. κε(ν), δωρ. και βοιωτ. κα) δυνητ. μόριο που χρησιμοποιείται με ρήματα, για να δηλώσει ότι κάτι υπάρχει ή συμβαίνει υπό ορισμένες περιστάσεις ή προϋποθέσεις παρουσιάζει ποικίλη χρήση και γι αυτό δεν είναι δυνατόν να …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.